Επιπρόσθετα

Η προέλευση της πολιτικής ορθότητας

politicalcorrectness

Όλα αυτά τα πράγματα που ακούσατε σήμερα το πρωί – ο θυματοποιημένος φεμινισμός, το κίνημα των δικαιωμάτων των γκέι, οι φτιαχτές στατιστικές, η ξαναγραμμένη ιστορία, τα ψέματα, οι απαιτήσεις, όλα τα υπόλοιπα από πού προέρχονται; Για πρώτη φορά στην ιστορία μας οι Αμερικάνοι πρέπει να φοβούνται το τι λένε, το τι γράφουν και το τι σκέφτονται. Πρέπει να φοβούνται μη τυχόν χρησιμοποιήσουν τη λάθος λέξη, μια λέξη αποκηρυγμένη ως προσβλητική ή αναίσθητη, ή ρατσιστική, σεξιστική ή ομοφοβική.

Πρέπει να δούμε άλλες χώρες, κυρίως σ’ αυτόν τον αιώνα, στις οποίες υπήρξε ανάλογο θέμα. Και για να είμαστε ειλικρινείς, πάντα τις βλέπαμε με μία μίξη οίκτου και κάποια δόση γέλιου, γιατί μας φαινόταν εξαιρετικά περίεργο που οι άνθρωποι επέτρεψαν τη δημιουργία μιας κατάστασης στην οποία θα φοβόντουσαν το τι λέξεις θα χρησιμοποιούσαν. Αλλά τώρα έχουμε αυτή την κατάσταση σ’ αυτή τη χώρα. Υπάρχει κυρίως στις πανεπιστημιουπόλεις, αλλά εξαπλώνεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Από πού προέρχεται, τι είναι;

Το ονομάζουμε «πολιτική ορθότητα». Το όνομα αρχικά ξεκίνησε σαν ένα αστείο, κυριολεκτικά σε ένα σκίτσο κόμικ, και ακόμα τείνουμε να το βλέπουμε μόνο κατά μέρος ως σοβαρό. Στην πραγματικότητα είναι απίστευτα σοβαρό. Είναι η μεγάλη ασθένεια του αιώνα μας, η ασθένεια που άφησε πίσω της δεκάδες εκατομμυρίων νεκρών στην Ευρώπη, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην πραγματικότητα σε όλο τον κόσμο. Είναι η ασθένεια της ιδεολογίας. Η ΠΟ δεν είναι αστεία. Η ΠΟ είναι απίστευτα σοβαρό θέμα.

Αν το κοιτάξουμε αναλυτικά, αν το δούμε ιστορικά, γρήγορα θα βρούμε ακριβώς το τι είναι. Η ΠΟ είναι ο πολιτισμικός μαρξισμός. Είναι ο μαρξισμός μεταφρασμένος από οικονομικούς σε πολιτισμικούς όρους. Είναι μία προσπάθεια που πάει πίσω, όχι στη δεκαετία του ’60 και τους χίπηδες και το φιλειρηνικό κίνημα, αλλά πίσω στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εάν συγκρίνουμε τα βασικά δόγματα της πολιτικής ορθότητας με τον κλασσικό μαρξισμό, οι παραλληλισμοί είναι ιδιαίτερα προφανείς.

Πρώτα απ’ όλα, και οι δύο είναι ολοκληρωτικές ιδεολογίες. Η απολυταρχική φύση της πολιτικής ορθότητας δεν αποκαλύπτεται αλλού πιο καθαρά, παρά στις πανεπιστημιουπόλεις, πολλές από τις οποίες στην πραγματικότητα είναι μικρές καλυμμένες με κισσό Βόρειες Κορέες, όπου ο μαθητής ή μέλος της κοινότητας που τολμά να περάσει κάποια απ’ τις γραμμές που έχουν επιβληθεί είτε από τις φεμινίστριες, είτε από τους ακτιβιστές υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, είτε από την τοπική μαύρη ή ισπανόφωνη κοινότητα, είτε από οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες αγιοποιημένες “θυματοποιημένες” ομάδες γύρω από τις οποίες περιστρέφεται η ΠΟ, γρήγορα βρίσκονται να έχουν δικαστικά προβλήματα. Εντός του τοπικού δικαστηρίου του κολλεγίου αντιμετωπίζουν επίσημες καταγγελίες, μερικές από τις οποίες προχωρούν και σε επίπεδο δίκης, και τιμωρία. Αυτό είναι μια μικρή ματιά στο μέλλον, που η ΠΟ επιφυλάσσει για το έθνος στο σύνολό του.

Στην πραγματικότητα, όλες οι ιδεολογίες είναι αυταρχικές, γιατί η ουσία μιας ιδεολογίας (θα σημείωνα ότι ο συντηρητισμός, σωστά εννοούμενος, δεν είναι ιδεολογία) είναι να παίρνει κάποια φιλοσοφία και να λέει ότι στη βάση αυτής της φιλοσοφίας συγκεκριμένα πράγματα πρέπει να είναι αληθινά – όπως ότι ολόκληρη η ιστορία του πολιτισμού μας είναι η ιστορία της καταπίεσης των γυναικών. Αφού η πραγματικότητα το αποκρούει, τότε πρέπει να απαγορευτεί η πραγματικότητα. Πρέπει να απαγορευτεί το να κατανοήσουμε την πραγματικότητα της ιστορίας μας. Πρέπει να επιβληθεί στους ανθρώπους να ζουν ένα ψέμα και καθότι οι άνθρωποι ανθίστανται φυσικά στο να ζουν ένα ψέμα, αφού από τη φύση τους χρησιμοποιούν τα αυτιά και τα μάτια τους για να παρατηρήσουν και λένε: «Για μισό λεπτό. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Βλέπω ότι δεν είναι αλήθεια», τότε η κρατική δύναμη πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να ενισχύσει την ανάγκη οι άνθρωποι να ζουν ένα ψέμα. Γι’ αυτό η ιδεολογία, κατά κανόνα, παράγει ένα αυταρχικό κράτος.

Δεύτερον, ο πολιτισμικός μαρξισμός της ΠΟ, όπως ο οικονομικός μαρξισμός, έχει ένα μοναδικό παράγοντα ερμηνείας της ιστορίας. Ο οικονομικός μαρξισμός λέει πως όλη η ιστορία καθορίζεται από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ο πολιτισμικός μαρξισμός ή ΠΟ, λέει ότι όλη η ιστορία καθορίζεται από τη δύναμη, από το ποιες ομάδες ορισμένες με όρους φυλής, φύλου, κτλ έχουν δύναμη κυριαρχίας επάνω στις υπόλοιπες ομάδες. Τίποτα άλλο δε μετράει. Όλη η βιβλιογραφία πράγματι, αφορά αυτό. Οτιδήποτε έγινε στο παρελθόν είναι σχετικό με αυτό το ένα πράγμα.

Τρίτον, όπως ακριβώς στον κλασσικό οικονομικό μαρξισμό, συγκεκριμένες ομάδες, όπως οι εργάτες και οι χωρικοί, θεωρούνται εκ των προτέρων καλοί και άλλες ομάδες όπως η μπουρζουαζία και οι καπιταλιστές είναι κακοί. Στον πολιτισμικό μαρξισμό της ΠΟ συγκεκριμένες ομάδες είναι καλές – οι φεμινίστριες (μόνο φεμινίστριες γυναίκες, οι μη φεμινίστριες γυναίκες είναι σαν να μην υπάρχουν), μαύροι, ισπανόφωνοι, ομοφυλόφιλοι. Αυτές οι ομάδες έχουν κατηγοριοποιηθεί ως θύματα και συνεπακόλουθα αυτόματα ως καλές, ασχέτως από το τι μπορούν να κάνουν κάποιοι απ’ αυτούς. Με τον ίδιο τρόπο οι λευκοί άνδρες καθορίζονται αυτόματα ως κακοί, γενόμενοι έτσι το αντίστοιχο της μπουρζουαζίας του οικονομικού μαρξισμού.

Τέταρτον, και ο οικονομικός και ο πολιτισμικός μαρξισμός βασίζονται στην απαλλοτρίωση. Όποτε οι κλασσικοί μαρξιστές, οι κομμουνιστές, κυριαρχούσαν σε μία χώρα, όπως η Ρωσία, απαλλοτρίωναν τη μπουρζουαζία, τους έπαιρναν την περιουσία. Με τον ίδιο τρόπο, όταν οι πολιτισμικοί μαρξιστές καταλαμβάνουν μια πανεπιστημιούπολη, αρχίζουν τις απαλλοτριώσεις μέσω πραγμάτων όπως οι ποσοστώσεις στις εισαγωγές. Όταν ένας λευκός μαθητής με μεγαλύτερα προσόντα αντιμετωπίζει άρνηση εισόδου σε ένα κολλέγιο προς όφελος ενός μαύρου ή ισπανόφωνου, που δεν έχει εξίσου τα ίδια προσόντα, ο λευκός μαθητής απαλλοτριώνεται. Και πράγματι, η “θετική δράση” σε όλη την κοινωνία μας σήμερα είναι ένα σύστημα απαλλοτριώσεων. Εταιρείες που ανήκουν σε λευκούς δεν λαμβάνουν συμβόλαια, επειδή το συμβόλαιο έχει κρατηθεί για μία εταιρεία που ανήκει, ας πούμε σε ισπανόφωνους ή γυναίκες. Έτσι η απαλλοτρίωση είναι ένα βασικό εργαλείο και για τις δύο μορφές μαρξισμού.

Και τέλος, και οι δύο έχουν μία αναλυτική μέθοδο που αυτομάτως δίνει τις απαντήσεις που θέλουν. Για τον κλασσικό μαρξιστή είναι η μαρξιστική οικονομική θεωρία. Για τον πολιτισμικό μαρξιστή είναι η αποδόμηση. Η αποδόμηση, στην πραγματικότητα, παίρνει οποιοδήποτε κείμενο, απομακρύνει όλα τα νοήματα από αυτό και επανεισάγει όποιο νόημα είναι επιθυμητό. Έτσι βλέπουμε, για παράδειγμα, ότι όλος ο Σαίξπηρ είναι σχετικά με την καταπίεση των γυναικών ή ότι η Βίβλος στην πραγματικότητα σχετίζεται με τη φυλή και το φύλο. Όλα αυτά τα κείμενα γίνονται απλά νερό στο μύλο, που αποδεικνύει ότι «όλη η ιστορία είναι σχετικά με το ποιες ομάδες έχουν δύναμη πάνω σε ποιες άλλες ομάδες». Επομένως οι παραλληλισμοί είναι ιδιαιτέρα εμφανείς ανάμεσα στον κλασσικό μαρξισμό τον οποίο γνωρίζουμε από την παλιά Σοβιετική Ένωση και τον πολιτισμικό μαρξισμό που βλέπουμε σήμερα σαν ΠΟ.

Αλλά οι παραλληλισμοί δεν είναι τυχαίοι. Οι παραλληλισμοί δεν γεννήθηκαν απ’ το πουθενά. Η ουσία του θέματος είναι ότι η ΠΟ έχει ιστορία, μια ιστορία που είναι πολύ μεγαλύτερη απ’ ότι γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, με την εξαίρεση μια μικρής ομάδας ακαδημαϊκών που έχουν μελετήσει το φαινόμενο. Και η ιστορία πάει πίσω, όπως είπα, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όπως γίνεται άλλωστε με πολλές από τις παθολογίες που σήμερα καταστρέφουν την κοινωνία μας και κατά κύριο λόγο τον πολιτισμό μας.

Η μαρξιστική θεωρία έλεγε πως όταν θα συμβεί ο μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος (όπως έγινε στην Ευρώπη το 1914) η εργατική τάξη σε όλη την Ευρώπη θα ξεσηκώνονταν και θα έριχναν τις κυβερνήσεις τους – τις κυβερνήσεις της μπουρζουαζίας – επειδή οι εργάτες είχαν περισσότερα κοινά μεταξύ τους, παρά τα κοινά που είχαν με τη μπουρζουαζία και την κυβερνούσα τάξη στη χώρα τους. Βασικά, το 1914 ήρθε και τίποτα δεν έγινε. Σε όλη την Ευρώπη οι εργάτες μαζεύονταν γύρω από τη σημαία τους και ξεκινούσαν για να παλέψει ο ένας τον άλλο. Ο Κάιζερ αντάλλαζε χειραψίες με τους ηγέτες του μαρξιστικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στη Γερμανία και έλεγε ότι τώρα δεν υπάρχουν κόμματα, υπάρχουν μόνο Γερμανοί. Και αυτό συνέβη σε κάθε χώρα στην Ευρώπη. Άρα κάτι δεν πήγαινε σωστά.

Οι μαρξιστές ήξεραν εξ’ ορισμού ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να ήταν η θεωρία. Το 1917 τελικά κατόρθωσαν ένα μαρξιστικό πραξικόπημα στη Ρωσία και φάνηκε πως η θεωρία λειτουργούσε, αλλά κάπου κολλούσε πάλι. Δεν διαδίδονταν και όταν έγιναν προσπάθειες να εξαπλωθεί αμέσως μετά τον πόλεμο, με την εξέγερση των σπαρτακιστών στο Βερολίνο, με την κυβέρνηση του Μπέλα Κουν στην Ουγγαρία, με τα σοβιέτ του Μονάχου, οι εργάτες δεν τους υποστήριξαν.

Επομένως, οι μαρξιστές είχαν ένα πρόβλημα. Και δύο μαρξιστές θεωρητικοί ξεκίνησαν να δουλεύουν πάνω σ’ αυτό: Ο Αντόνιο Γκράμσυ στην Ιταλία και ο Τζορτζ Λούκατς στη Ουγγαρία. Ο Γκράμσυ έλεγε πως οι εργάτες ποτέ δε θα δουν τα πραγματικά συμφέροντα της τάξης τους, όπως ορίζονται από το Μαρξισμό, μέχρι να απελευθερωθούν από τη δυτική κουλτούρα, και κυρίως από τη χριστιανική θρησκεία – ότι τυφλώνονται από τον πολιτισμό και τη θρησκεία σε σχέση με τα πραγματικά ταξικά τους συμφέροντα. Ο Λούκατς, που θεωρούνταν ο πιο λαμπρός θεωρητικός του μαρξισμού μετά τον ίδιο τον Μαρξ, έλεγε το 1919: «Ποιος θα μας σώσει από τον δυτικό πολιτισμό;». Θεωρητικοποίησε επίσης πως το μεγάλο εμπόδιο για τη δημιουργία ενός μαρξιστικού παραδείσου ήταν ο πολιτισμός: Ο ίδιος ο δυτικός πολιτισμός.

Ο Λούκατς είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει τις ιδέες του στην πράξη, γιατί όταν η κυβέρνηση του εγχώριου μπολσεβίκου Μπέλα Κουν κυριάρχησε στην Ουγγαρία το 1919 έγινε αναπληρωτής κομισάριος πολιτισμού και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να εισαγάγει τη σεξουαλική εκπαίδευση στα σχολεία της Ουγγαρίας. Αυτό σιγούρεψε ότι οι εργάτες δεν θα υποστήριζαν την κυβέρνηση του Μπέλα Κουν, γιατί οι Ούγγροι πολίτες έβλεπαν αυτή τη μεταρρύθμιση έντρομοι, όπως και οι εργάτες. Αλλά ήδη είχε κάνει τη σύνδεση που σήμερα εκπλήσσει ακόμα πολλούς από εμάς, αυτό που θα θεωρούσαμε το «τελευταίο πράγμα».

Το 1923 στη Γερμανία δημιουργήθηκε μια δεξαμενή σκέψης που ανέλαβε τη διαδικασία της μετάφρασης του μαρξισμού από οικονομικούς σε πολιτιστικούς όρους, δημιουργώντας την πολιτική ορθότητα όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, και ουσιαστικά διαμορφώνοντας τη βάση της μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’30. Αυτό συνέβη επειδή ο πολύ πλούσιος μικρός γιος ενός εκατομμυριούχου εμπόρου, που ονομαζόταν Φέλιξ Βάιλ (Felix Weil), έγινε μαρξιστής και είχε πολλά λεφτά να ξοδέψει. Ήταν ενοχλημένος από τις διαιρέσεις ανάμεσα στους μαρξιστές και γι’ αυτό χρηματοδότησε κάτι που αποκλήθηκε “η πρώτη μαρξιστική εργατική εβδομάδα”, όπου έφερε τον Λούκατς και πολλούς από τους βασικούς Γερμανούς διανοητές μαζί για μία εβδομάδα να δουλεύουν πάνω στις διαφορές του μαρξισμού.

Και είπε: “Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία δεξαμενή σκέψης”. Η Ουάσινγκτον σήμερα είναι γεμάτη think tanks και τα θεωρούμε σαν κάτι ιδιαίτερα μοντέρνο. Στην πραγματικότητα έχουν μεγάλη ιστορία. Χρηματοδότησε ένα ινστιτούτο, σχετιζόμενο με το πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης, που δημιουργήθηκε το 1923 και αρχικά επρόκειτο να είναι γνωστό ως το ινστιτούτο για το μαρξισμό. Αλλά οι άνθρωποι πίσω απ’ αυτό αποφάσισαν στην αρχή ότι δεν ήταν προς όφελός τους να αναγνωρίζονται ανοιχτά ως μαρξιστές. Το τελευταίο πράγμα που θέλει η ΠΟ είναι να καταλάβουν οι άνθρωποι ότι είναι μια μορφή μαρξισμού. Έτσι τελικά αποφάσισαν να το ονομάσουν Ινστιτούτο για κοινωνιολογικές έρευνες.

Ο Βάιλ ήταν πολύ ξεκάθαρος για τους στόχους του. Το 1971, έγραφε στον Μάρτιν Τζέι, τον συγγραφέα ενός βασικού βιβλίου για τη σχολή της Φρανκφούρτης, όπως το ινστιτούτο κοινωνιολογικών ερευνών έγινε ανεπίσημα γνωστό, αναφέροντας: “Ήθελα το ινστιτούτο να γίνει γνωστό, ίσως και διάσημο, για την συνδρομή του στον μαρξισμό”. Βασικά, το πέτυχε. Ο πρώτος διευθυντής του ινστιτούτου ο Καρλ Γκρούνμεργκ, ένας αυστριακός οικονομολόγος, κατέληγε στο συμπέρασμα στην εναρκτήρια ομιλία του, σύμφωνα με τον Μάρτιν Τζέι, “με το να δηλώσει δημόσια την προσωπική του πίστη τον μαρξισμό σαν επιστημονική μεθοδολογία”. Ο μαρξισμός, έλεγε, θα είναι η βασική αρχή του ινστιτούτου, και αυτό δεν άλλαξε ποτέ.

Η αρχική δουλειά του ινστιτούτου ήταν συμβατική, αλλά το 1930 απέκτησε ένα νέο διευθυντή, εν ονόματι Μαξ Χορκχάιμερ και οι απόψεις του ήταν πολύ διαφορετικές. Ήταν κατά κύριο λόγο ένας απόκληρος μαρξιστής. Οι άνθρωποι που δημιούργησαν και διαμόρφωσαν τη σχολή της Φρανκφούρτης ήταν απόκληροι μαρξιστές. Εξαιρετικά μαρξιστές στις σκέψεις τους, αλλά έχοντας ξεφύγει ουσιαστικά από το κόμμα. Η Μόσχα, βλέποντας το τι κάνουν αποκρίνονταν: “Ε, αυτό δεν είμαστε εμείς και δεν πρόκειται να το βοηθήσουμε”.

Η αρχική αίρεση του Χορκχάιμερ ήταν ότι ενδιαφέρονταν εξαιρετικά για τον Φρόιντ και το κλειδί ώστε να κάνει τη μετάφραση του μαρξισμού από οικονομικούς σε πολιτιστικούς όρους, βρίσκεται κατά κύριο λόγο στο ότι τον συνδύασε με το φροϋδισμό. Πάλι ο Μάρτιν Τζέι γράφει: “Αν μπορεί να ειπωθεί ότι τα πρώτα χρόνια της ιστορίας του το ινστιτούτο κατά κύριο λόγο ασχολούνταν με την ανάλυση της κοινωνικοοικονομικής υποδομής της μπουρζουάζικης κοινωνίας” – και επισημαίνω ότι ο Τζέι είναι εξαιρετικά θετικά προσκείμενος προς τη σχολή της Φρανκφούρτης, δεν παραθέτω κάποιον που κριτικάρει αυτή τη στιγμή – “τα χρόνια μετά το 1930, το κυρίως ενδιαφέρον βρίσκονταν στο πολιτισμικό εποικοδόμημά της. Πράγματι, η παραδοσιακή μαρξιστική φόρμουλα αναφορικά με τη σχέση μεταξύ των δύο αμφισβητήθηκε από την Κριτική Θεωρία”.

Ό,τι ακούμε σήμερα – ο ριζοσπαστικός φεμινισμός, τα τμήματα γυναικείων σπουδών, τα τμήματα ομοφυλόφιλων σπουδών, τα τμήματα μαύρων σπουδών – όλα αυτά τα πράγματα είναι απότοκα της Κριτικής Θεωρίας. Αυτό που κατάφερε ουσιαστικά η σχολή της Φρανκφούρτης είναι ότι πήρε εξίσου από τον Μαρξ και τον Φρόυντ, τη δεκαετία του ’30, για να δημιουργήσει αυτή τη θεωρία που αποκαλείται Κριτική Θεωρία. Ο όρος είναι μεγαλοφυής γιατί σε παρακινεί να ρωτήσεις: «Ποια είναι η θεωρία;». Η θεωρία είναι να ασκείς κριτική. Η θεωρία είναι ότι ο δρόμος για να καταστραφεί ο δυτικός πολιτισμός και η καπιταλιστική τάξη είναι να μην προτείνεται καμία εναλλακτική. Αρνούνται πεισματικά να κάνουν κάτι τέτοιο. Λένε ότι δεν μπορεί να γίνει, ότι δεν μπορούμε να φανταστούμε πώς θα έμοιαζε μια ελεύθερη κοινωνία (ο δικός τους ορισμός για μία ελεύθερη κοινωνία). Όσο συνεχίζουμε να ζούμε υπό καταστολή – την καταστολή ενός καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος που δημιουργεί (κατά την θεωρία τους) φροϋδικές συνθήκες, τις συνθήκες που ο Φρόυντ περιγράφει ως καταστολή σε άτομα – δεν μπορούμε καν να το φανταστούμε. Η Κριτική Θεωρία είναι απλά θέμα κριτικής. Επιζητεί την πιο καταστρεπτική δυνατή κριτική, με κάθε δυνατό τρόπο, σχεδιασμένη να κατεδαφίσει το σύγχρονο σύστημα. Και φυσικά, όταν ακούμε από τις φεμινίστριες ότι ολόκληρη η κοινωνία υπάρχει απλά να επιβάλλεται στις γυναίκες, αυτού του είδους η κριτική είναι παράγωγο της Κριτικής Θεωρίας. Όλο αυτό προέρχεται από τη δεκαετία του ’30 και όχι από τη δεκαετία του ’60.

Άλλα βασικά μέλη που εμφανίστηκαν περίπου εκείνη την περίοδο είναι ο Θίοντορ Αντόρνο και κυρίως οι Έριχ Φρομ και Χέρμπερντ Μαρκούζε. Ο Φρομ και ο Μαρκούζε εισήγαγαν ένα στοιχείο που είναι βασικό στην πολιτική ορθότητα, και αυτό είναι το σεξουαλικό στοιχείο. Κυρίως ο Μαρκούζε, που στα δικά του γραπτά καλεί για μία κοινωνία “πολύμορφης διαστροφής”, αυτός είναι ο ορισμός του για το μέλλον του κόσμου που θέλουν να δημιουργήσουν. Ο Μαρκούζε κατά κύριο λόγο στα τέλη της δεκαετίας του ’30 έγραφε μερικά πολύ ακραία πράγματα για την ανάγκη της σεξουαλικής απελευθέρωσης, αλλά αυτό ενυπάρχει σε όλο το ινστιτούτο. Αυτό συμβαίνει με τα περισσότερα θέματα που βρίσκουμε στην ΠΟ, ξανά πίσω στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Κατά την άποψη του Φρομ, η αρρενωπότητα και η θηλυκότητα δεν είναι αντανακλάσεις των βασικών σεξουαλικών διαφορών, όπως πίστευαν οι ρομαντικοί. Προέρχονταν αντίθετα, από διαφορές στις σωματικές λειτουργίες που κατά κύριο λόγο είναι κοινωνικά οριζόμενες. “Το φύλο είναι μία κατασκευή, οι διαφορές λόγω φύλου είναι μία κατασκευή”.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η έμφαση που τώρα βλέπουμε στον περιβαλλοντισμό. “Ο υλισμός, ξεκινώντας από τον Χομπς, είχε οδηγήσει σε μία χειριστική κυριαρχική συμπεριφορά προς τη φύση”, αυτό το έγραφε ο Χορκχάιμερ το 1933 στο “Υλισμός Και Ηθική”. “Το θέμα της ανθρώπινης κυριαρχίας στη φύση”, σύμφωνα με τον Τζέι, “θα γινόταν μία βασική ενασχόληση της σχολής της Φρανκφούρτης στα επόμενα χρόνια”. “Η αντιπαλότητα του Χορκχάιμερ στον φετιχισμό της δουλειάς (σε αυτό το σημείο προφανώς απομακρύνονται από τη μαρξιστική ορθοδοξία) εξέφραζε μία ακόμα πτυχή του υλισμού του, την ανάγκη για ανθρώπινη και αισθησιακή ευτυχία”. Σε ένα από τα πιο προκλητικά κείμενα του “Ο εγωισμός και το κίνημα για χειραφέτηση” που γράφτηκε το 1936 ο Χορκχάιμερ “συζητούσε την εχθρότητα προς την προσωπική ευχαρίστηση, που είναι σύμφυτη με τον πολιτισμό της μπουρζουαζίας” και αναφέρθηκε ειδικά στον Μαρκήσιο Ντε Σαντ ευνοϊκά για τη “διαμαρτυρία του… ενάντια στον ασκητισμό στο όνομα μιας υψηλότερης ηθικής”.

Πώς οδηγούν όλα αυτά εδώ σήμερα; Πώς αυτά εισέβαλαν στα πανεπιστήμια και στις ζωές μας κυρίως, σήμερα; Τα μέλη της σχολής της Φρανκφούρτης είναι μαρξιστές και μέχρι ενός Εβραίοι. Το 1933 οι ναζί κατέκτησαν την εξουσία στη Γερμανία και δεν ήταν έκπληξη ότι έκλεισαν το ινστιτούτο κοινωνιολογικής έρευνας. Και τα μέλη του έφυγαν. Έφυγαν στη Νέα Υόρκη, και το ινστιτούτο ξαναδημιουργήθηκε εκεί, με βοήθεια από το πανεπιστήμιο της Κολούμπια. Τα μέλη του ινστιτούτου σταδιακά, από τη δεκαετία του ’30, παρ’ ότι οι περισσότεροι συνέχισαν να γράφουν στα γερμανικά, έστρεψαν την προσοχή τους από την κριτική θεωρία σχετικά με τη γερμανική κοινωνία, την αποδομητική κριτική για κάθε τομέα εκείνης της κοινωνίας, στην κριτική θεωρία που απευθύνεται στην αμερικάνικη κοινωνία. Υπάρχει μία ακόμα πολύ σημαντική μετάβαση με την έλευση του πολέμου. Κάποιοι από αυτούς ξεκίνησαν να δουλεύουν για την κυβέρνηση, ανάμεσα στους οποίους ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, που έγινε πρόσωπο κλειδί στην OSS (η προκάτοχος της CIA) και κάποιοι, συμπεριλαμβανομένων των Χορκχάιμερ και Αντόρνο, πήγαν στο Χόλιγουντ.

Αυτές οι απαρχές της ΠΟ δεν θα ήταν τόσο σημαντικές για εμάς σήμερα αν δεν συνέβαιναν αργότερα δύο γεγονότα. Το πρώτο ήταν η εξέγερση των φοιτητών στα μέσα της δεκαετίας του ’60, που κατά κύριο λόγο αναπτύχθηκε ως αντίδραση στην υποχρεωτική στρατολογία και στον πόλεμο του Βιετνάμ. Αλλά η φοιτητική εξέγερση χρειαζόταν κάποιου είδους θεωρία. Δεν μπορούσαν απλά να βγουν εκεί έξω και να φωνάζουν: “Όχι διάβολε, δεν θα πάμε”, έπρεπε να βρουν κάποια θεωρητική επεξήγηση πίσω απ’ αυτό. Ελάχιστοι απ’ αυτούς ήταν πρόθυμοι να δικαιολογηθούν μέσω του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ. Ο κλασσικός οικονομικός μαρξισμός, δεν είναι κάτι χαλαρό, και οι περισσότεροι από τους ριζοσπάστες του ‘60 δεν είχαν ιδιαίτερο βάθος. Ευτυχώς για εκείνους και δυστυχώς για τη χώρα μας σήμερα και όχι απλά για εντός των πανεπιστημίων, ο Χέρμπερτ Μαρκούζε παρέμεινε στην Αμερική όταν η σχολή της Φρανκφούρτης, μετά τον πόλεμο, επέστρεψε στη Φρανκφούρτη. Και παρ’ ότι ο κύριος Αντόρνο στη Γερμανία ένιωσε αποτροπιασμό από την εξέγερση των φοιτητών όταν έγινε εκεί – όταν οι εξεγερμένοι φοιτητές μπήκαν στην αίθουσα του Αντόρνο, αυτός κάλεσε την αστυνομία για να τους συλλάβει – ο Χέρμπερτ Μαρκούζε, που παρέμεινε εδώ, είδε τη φοιτητική εξέγερση των 60s σαν τη μεγάλη ευκαιρία. Είδε την ευκαιρία να πάρει τη δουλειά της σχολής της Φρανκφούρτης και να τη μετατρέψει στη θεωρία της νέας αριστεράς στις ΗΠΑ.

Ένα από τα βιβλία του Μαρκούζε, είναι το βασικότερο. Κυριολεκτικά έγινε η Βίβλος των εξεγερμένων φοιτητών του ’60. Το βιβλίο ήταν το “Έρωτας και πολιτισμός”. Ο Μαρκούζε τονίζει ότι σε ένα καπιταλιστικό σύστημα (υποβαθμίζει το μαρξισμό πολύ εδώ, έχει ως υπότιτλο “Μια φιλοσοφική εξέταση του Φρόυντ”, αλλά το πλαίσιο είναι μαρξιστικό) η καταστολή είναι η ουσία αυτού του συστήματος και αυτό παράγει το άτομο που περιγράφει ο Φρόυντ – το άτομο με όλα τα συμπλέγματα και τις νευρώσεις, επειδή καταπιέζονται τα σεξουαλικά του ένστικτα. Μπορούμε να οραματιστούμε ένα μέλλον μόνο αν καταστρέψουμε το σημερινό καταπιεστικό καθεστώς, απελευθερώνοντας έτσι τον έρωτα, απελευθερώνοντας τη λίμπιντο, έτσι ώστε να έχουμε ένα κόσμο “πολύμορφης διαστροφής” στον οποίο μπορείς να κάνεις “τα δικά σου”. Και επί τη ευκαιρία σ’ αυτό τον κόσμο δεν θα υπάρχει πια δουλεία, μόνο παιχνίδι. Τι υπέροχο μήνυμα για τους ριζοσπάστες των μέσων της δεκαετίας του ’60! Είναι φοιτητές, είναι παιδιά του “Baby Boom” και μεγάλωσαν χωρίς να χρειάζεται να ανησυχούν για οτιδήποτε, εκτός απ’ ότι τελικά πρέπει να βρουν μία δουλειά. Και εδώ υπάρχει ένα τύπος που γράφει με ένα τρόπο που μπορούν εύκολα να ακολουθήσουν. Δεν τους θέλει να διαβάζουν πολύ “βαρύ” μαρξισμό και τους λέει ό,τι θέλουν να ακούσουν, που είναι βασικό. “Κάνε τα δικά σου”, “Αν σε κάνει να νιώθεις καλά, καν’ το” και “Δεν χρειάζεται ποτέ να δουλέψεις”. Επί τη ευκαιρία, ο Μαρκούζε είναι επίσης ο άνθρωπος που δημιούργησε τη φράση “Κάν’ τε έρωτα, όχι πόλεμο”. Επιστρέφοντας στην κατάσταση που οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν στις πανεπιστημιουπόλεις, ο Μαρκούζε αποσαφηνίζει την “απελευθερωτική ανοχή” σαν μηδενική ανοχή σε οτιδήποτε προέρχεται από τη Δεξιά και ανοχή σε οτιδήποτε προέρχεται από τα Αριστερά. Ο Μαρκούζε εντάχθηκε στη σχολή της Φρανκφούρτης το 1932 (αν θυμάμαι καλά). Επομένως, όλα αυτά ανάγονται πίσω στη δεκαετία του ’30.

Ως τελικό συμπέρασμα, η Αμερική σήμερα (σημ. μτφρ. και ολόκληρος ο Δυτικός κόσμος πλέον) βιώνει τις οδύνες της μεγαλύτερης και ριζικότερης μεταμόρφωσης της ιστορίας της. Γινόμαστε ένα ιδεολογικοποιημένο κράτος, μία χώρα με επίσημη κρατική ιδεολογία, που επιβάλλεται με τη δύναμη του κράτους. Με τα “εγκλήματα μίσους” τώρα έχουμε ανθρώπους που εκτίουν ποινές φυλάκισης για πολιτικές σκέψεις. Και το Κογκρέσο τώρα κινείται προς την κατεύθυνση της επέκτασης αυτής της κατηγορίας ακόμα περισσότερο. Η Θετική Δράση είναι κομμάτι αυτού. Η τρομοκράτηση οποιουδήποτε ξεφεύγει από την ΠΟ σε μια πανεπιστημιούπολη είναι κομμάτι αυτού. Είναι ακριβώς ότι είδαμε να συμβαίνει στη Ρωσία, στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Κίνα και τώρα έρχεται εδώ. Δεν το αναγνωρίζουμε γιατί το αποκαλούμε ΠΟ και γελάμε μ’ αυτό. Το μήνυμά μου σήμερα δεν είναι αστείο. Βρίσκεται εδώ, μεγαλώνει και τελικά θα καταστρέψει, όπως επιδιώκει να καταστρέψει, οτιδήποτε έχουμε θεωρήσει σαν κομμάτι της ελευθερίας μας και του πολιτισμού μας.

«An Accuracy in Academia Address» του Bill Lind

ΠΗΓΗ: academia.org

Σχόλια

σχόλια